Μετάφραση του "nocivo" σε Ελληνικά
Το βλαβερός είναι η μετάφραση του "nocivo" σε Ελληνικά.
nocivo
adjective
masculine
γραμματική
-
βλαβερός
adjectiveQuando, invece, la presenza della Listeria monocytogenes viene rilevata, l'alimento deve essere considerato nocivo per la salute.
Εφόσον διαπιστώνεται η παρουσία listeria monocytogenes, τα είδη διατροφής πρέπει να θεωρούνται βλαβερά για την υγεία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " nocivo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "nocivo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βλαβερό φυτό
-
επιβλαβή ζώα · παρασιτικό ζώο
-
επιχείρηση μη φιλική για το περιβάλλον
-
επιχείρηση μη φιλική για το περιβάλλον
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη