Μετάφραση του "nomina" σε Ελληνικά

Οι διορισμός, ραντεβού, ανάθεση εργασίας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nomina" σε Ελληνικά.

nomina noun verb feminine γραμματική

Assegnazione ufficiale di un ufficio, un incarico, una dignità.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διορισμός

    noun

    La commissione è assistita da un segretario designato dall'autorità che ha il potere di nomina.

    Το συμβούλιο επικουρείται από ένα γραμματέα, ο οποίος διορίζεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.

  • ραντεβού

    noun neuter

    E lo avrei fatto, se non fosse stato per la nomina di Douglas a magistrato.

    Και θα το είχα κάνει αν δεν ήταν για το ραντεβού του Ντάγκλας στον πάγκο.

  • ανάθεση εργασίας

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nomina " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "nomina" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nomina" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη