Μετάφραση του "nota" σε Ελληνικά

Οι σημείωση, νότα, κατάσταση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nota" σε Ελληνικά.

nota adjective noun verb feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σημείωση

    noun feminine

    Vedi la nota complementare 2 D del presente capitolo.

    Βλέπε τη συμπληρωματική σημείωση 2 Δ του παρόντος κεφαλαίου.

  • νότα

    noun feminine

    Ma un caso perso resta una nota stonata.

    Αλλά μια χαmένη υπόθεση είναι και πάλι μια λάθος νότα.

  • κατάσταση

    noun

    La Commissione pubblicherà periodicamente l’elenco delle possibili combinazioni dei codici, accompagnato da esempi e note.

    Η Επιτροπή θα δημοσιεύει τακτικά την κατάσταση των συνδυασμών κωδικών που χρησιμοποιούνται συνοδευόμενη από παραδείγματα και διευκρινίσεις.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διακοίνωση
    • λίστα
    • σχολιασμός
    • χαρακτηριστικό
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nota " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "nota" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • σημειώσεις έκδοσης
  • αρχείο καταγραφής κλήσεων
  • ανακοινώνω · δημοσιεύω
  • προσωπική σημείωση
  • ανακαλύπτω · αντιλαμβάνομαι · εντοπίζω · επιπλέω · επιπολάζω · κολυμπώ · παρατηρώ · προσέχω · σημείωση · σημειώνω
  • κολύμπι
  • νότα
  • σημείωση μεταβίβασης ελέγχου
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nota" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη