Μετάφραση του "notaio" σε Ελληνικά

Το συμβολαιογράφος είναι η μετάφραση του "notaio" σε Ελληνικά.

notaio noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμβολαιογράφος

    noun m;f

    professionista al quale è affidata la funzione di garantire la validità dei contratti

    Jeanne, il notaio Lebel ti consegnerà una busta.

    Ζαν, ο συμβολαιογράφος Λεμπέλ θα σου παραδώσει έναν φάκελο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " notaio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "notaio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη