Μετάφραση του "noto" σε Ελληνικά

Οι γνωστός, διάσημος, φημισμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "noto" σε Ελληνικά.

noto adjective noun verb masculine γραμματική

Ben noto.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γνωστός

    noun masculine

    Tutti gli indicatori di punti terminali utilizzati sono concordati bilateralmente, cioè sono noti ad entrambi i sistemi.

    Όλοι οι χρησιμοποιούμενοι κωδικοί τελικού σημείου καθορίζονται με διμερή συμφωνία, δηλ. είναι γνωστοί και στα δύο συστήματα.

  • διάσημος

    adjective

    I genoviani sono noti per il loro impeccabile gusto per l'arte.

    Οι Γενοβιανοί είναι διάσημοι για το άψογο γούστο στην τέχνη.

  • φημισμένος

    adjective

    Una notevole coincidenza che sia la stessa precisa somma di denaro che e'stata nascosta da un noto truffatore.

    Φοβερή σύμπτωση που είναι ακριβώς το ίδιο ποσό που έκλεψε ένας φημισμένος απατεώνας.

  • περιβόητος

    L'America latina e il suo ben noto sottofinanziamento ne sono un esempio.

    Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η Λατινική Αμερική και η περιβόητη υποχρηματοδότησή της.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " noto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Noto proper feminine γραμματική

Noto (provincia)

+ Προσθήκη

"Noto" στο λεξικό Ιταλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Noto στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "noto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • σημειώσεις έκδοσης
  • αρχείο καταγραφής κλήσεων
  • ανακοινώνω · δημοσιεύω
  • προσωπική σημείωση
  • ανακαλύπτω · αντιλαμβάνομαι · εντοπίζω · επιπλέω · επιπολάζω · κολυμπώ · παρατηρώ · προσέχω · σημείωση · σημειώνω
  • κολύμπι
  • νότα
  • σημείωση μεταβίβασης ελέγχου
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "noto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη