Μετάφραση του "obsoleto" σε Ελληνικά

Οι απαρχαιωμένος, ξεπερασμένος, πεπαλαιωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "obsoleto" σε Ελληνικά.

obsoleto adjective masculine γραμματική

Che ha cessato di essere usato.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απαρχαιωμένος

    adjective masculine

    Queste strutture finanziarie e corporative sono ormai obsolete, e non si devono espandere.

    Αυτές οι οικονομικές και εταιρικές δομές είναι απαρχαιωμένος πια, και πρέπει να ξεριζωθούν.

  • ξεπερασμένος

    adjective masculine

    Le nostre attrezzature sono obsolete, ho dovuto prendere in prestito un'auto per un'emergenza...

    Ο εξοπλισμός μας είναι τόσο ξεπερασμένος που δανείστηκα αυτοκίνητο για να ανταπεξέλθω σε ανάγκη.

  • πεπαλαιωμένος

    Sostituzione di un tracciato obsoleto per garantire più elevate velocità operative e minori costi di manutenzione.

    Η αντικατάσταση των πεπαλαιωμένων γραμμών, ώστε να επιτευχθούν υψηλότερες ταχύτητες λειτουργίας και χαμηλότερο κόστος συντήρησης.

  • υπό κατάργηση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " obsoleto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "obsoleto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "obsoleto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη