Μετάφραση του "odio" σε Ελληνικά
Οι μίσος, έχθρα, μισώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "odio" σε Ελληνικά.
odio
noun
verb
masculine
γραμματική
Sentimento di grande disgusto o ostilità.
-
μίσος
noun neutersentimento umano [..]
Ogni tanto, quello che li fa stare uniti, è di odiare l'inserviente della mensa.
Μερικές φορές αυτό που φέρνει κοντά τα παιδιά είναι το μίσος για τη δασκάλα.
-
έχθρα
noun feminineTanto pazzi da non volere pace e amicizia, ma odio e guerra.
Aρκετά τρελoi ώστε να μη θέλoυν ειρήνη και φιλiα, αλλά έχθρα και πόλεμo.
-
μισώ
verbPer quanto lo odi per cio'che ha fatto, lei non deve saperlo.
Όσο κι αν τον μισώ για ό, τι έκανε, εκείνη δε χρειάζεται να το μάθει.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- απέχθεια
- θυμός
- σιχαμάρα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " odio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "odio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απέχθεια · απεχθάνομαι · μίσος · μισήσει · μισώ · σιχαίνομαι
-
Οντίν
-
μισεω
-
οντίν
-
εκφράσεις μίσους
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη