Μετάφραση του "odorare" σε Ελληνικά
Οι μυρίζω, οσφραίνομαι, μυρωδιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "odorare" σε Ελληνικά.
odorare
verb
γραμματική
Percepire la presenza di molecole nell'aria inalandole attraverso il naso.
-
μυρίζω
verbΑντιλαμβάνομαι την παρουσία μορίων στον αέρα εισπνέοντάς τα μέσω της μύτης. [..]
Voglio odorare il vostro fiore e coglierne un petalo.
Eλάτε, αφήστε με vα μυρίσω τo άvθoς σας και vα σας μαδήσω.
-
οσφραίνομαι
verbΑντιλαμβάνομαι την παρουσία μορίων στον αέρα εισπνέοντάς τα μέσω της μύτης.
-
μυρωδιά
noun feminineQuell'ufficio odora di gelsomino, se si apre la finestra.
Η μυρωδιά τού γιασεμιού είναι πολύ δυνατή στο γραφείο τού Μαρτινέλι.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- βρομάω
- βρομώ
- οσμίζομαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " odorare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "odorare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
οσμηρή ουσία
-
βρομάω · βρομώ
-
μυρωδικό · χορταρικό
-
όχληση λόγω οσμής
-
μυτιά · ρούφηγμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη