Μετάφραση του "oggi" σε Ελληνικά
Οι σήμερα, σημερινός, σήμερον είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oggi" σε Ελληνικά.
oggi
noun
adverb
masculine
γραμματική
Il giorno presente o la data presente.
-
σήμερα
nounαυτή τη μέρα, τη μέρα που βρίσκεται αυτός που μιλάει [..]
Non rimandare a domani quello che puoi fare oggi.
Μην αναβάλλεις για αύριο ό,τι μπορείς να κάνεις σήμερα.
-
σημερινός
adjectiveSì, bè, oggi forse non è il giorno adatto.
Nαι, αλλά ίσως να μην είναι καλή μέρα η σημερινή
-
σήμερον
Non si può sperare di guadagnare oggi riparando orologi.
Τη σήμερον ημέρα, δεν περιμένεις να ζήσεις επισκευάζοντας ρολόγια.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σάμερον
- τήμερον
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " oggi " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "oggi"
Φράσεις παρόμοιες με "oggi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει
-
κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει
-
Το Outlook Σήμερα
-
τώρα
-
μοντέρνος · σημερινός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη