Μετάφραση του "olandesi" σε Ελληνικά

Το ολλανδικός είναι η μετάφραση του "olandesi" σε Ελληνικά.

olandesi noun adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ολλανδικός

    adjective neuter

    Finalmente il popolo olandese ci fa conoscere i suoi sentimenti.

    Επιτέλους ο ολλανδικός λαός φανέρωσε τα αισθήματά του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " olandesi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "olandesi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "olandesi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη