Μετάφραση του "oliare" σε Ελληνικά
Οι λαδώνω, λιπαίνω, χρίω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oliare" σε Ελληνικά.
oliare
verb
γραμματική
-
λαδώνω
verbStavo solo oliando questa vecchia porta.
Να, εδώ λαδώνω την παλιά πόρτα.
-
λιπαίνω
verb -
χρίω
verbOlive, fresche o refrigerate, destinate ad usi diversi dalla produzione di olio
Ελιές, νωπές ή διατηρημένες με απλή ψύξη, που προορίζονται για χρήσεις διαφορετικές από την παραγωγή λαδιού
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " oliare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "oliare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ακάθαρτα έλαια
-
φοινικέλαιο
-
αραχιδέλαιο · φιστικέλαιο
-
ελαιογραφία · λαδομπογιά
-
ελαιόλαδο · λάδι · λάδι ελιάς
-
ορυκτέλαια · ορυκτέλαιο
-
Κραμβέλαιο
-
χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη