Μετάφραση του "onere" σε Ελληνικά

Το βάρος είναι η μετάφραση του "onere" σε Ελληνικά.

onere noun masculine γραμματική

Interessi passivi.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάρος

    noun neuter

    La misura ha sollevato talune categorie di aeroporti da un onere finanziario che altrimenti avrebbero dovuto sostenere.

    Το μέτρο απάλλασσε ορισμένες κατηγορίες αερολιμένων από ένα χρηματοοικονομικό βάρος με το οποίο θα επιβαρύνονταν σε διαφορετική περίπτωση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " onere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "onere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "onere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη