Μετάφραση του "onorario" σε Ελληνικά
Το αμοιβή είναι η μετάφραση του "onorario" σε Ελληνικά.
onorario
adjective
noun
masculine
γραμματική
Che ha lo scopo di rendere onore a qualcuno o a qualcosa.
-
αμοιβή
noun feminineIl sig. Fischler non ha ricevuto alcun onorario per il suo intervento.
Ο κ. Fischler δεν έχει ποτέ λάβει αμοιβή για τις εμφανίσεις του.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " onorario " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "onorario" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επίτιμο μέλος
-
επίτιμος πολίτης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη