Μετάφραση του "operare" σε Ελληνικά

Οι λειτουργώ, πραγματοποιώ, εκτελώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "operare" σε Ελληνικά.

operare verb γραμματική

Svolgere un'attività, essere attivi. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λειτουργώ

    verb

    L'agenzia provvede affinché il sistema centrale operi ai sensi delle disposizioni del presente regolamento.

    Ο Οργανισμός εξασφαλίζει ότι το κεντρικό σύστημα λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

  • πραγματοποιώ

    verb

    Per ognuno di questi costituenti verrà operato un dosaggio particolare da parte di un laboratorio riconosciuto.

    Θα πραγματοποιηθεί ειδική δοσομέτρηση για κάθε ένα από τα συστατικά αυτά από εγκεκριμένο εργαστήριο.

  • εκτελώ

    verb

    Soltanto i membri iscritti possono operare alla borsa di Bratislava.

    Μόνο τα μέλη του Χρηματιστηρίου μπορούν να εκτελούν πράξεις στο Χρηματιστήριο της Μπρατισλάβα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανοίγω
    • επιχειρώ
    • εγχειρώ
    • τέμνω
    • διαχειρίζομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " operare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "operare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "operare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη