Μετάφραση του "oppio" σε Ελληνικά

Οι όπιο, Όπιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oppio" σε Ελληνικά.

oppio noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • όπιο

    noun neuter

    Anche se vi schiaFfeggerei volentieri ogni volta che Fumate oppio.

    Aν κι ευχαρίστως θα σε ξυλοφόρτωνα κάθε φορά που καπνίζεις όπιο.

  • Όπιο

    Stupefacente con effetti sedativi

    Non sei altro che una trafficante di oppio.

    Υπάρχεις για το Όπιο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " oppio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "oppio"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "oppio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη