Μετάφραση του "oratorio" σε Ελληνικά
Οι ορατόριο, Ορατόριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oratorio" σε Ελληνικά.
oratorio
adjective
noun
masculine
γραμματική
Luogo sacro di piccole dimensioni destinato al culto privato di una famiglia o di una piccola comunità.
-
ορατόριο
-
Ορατόριο
composizione musicale d'ispirazione religiosa
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " oratorio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "oratorio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δημόσια ομιλία · ευγλωττία · λόγος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη