Μετάφραση του "orientamento" σε Ελληνικά

Οι καθοδήγηση, προσανατολισμός, τάση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "orientamento" σε Ελληνικά.

orientamento noun masculine γραμματική

Qualcosa che fornisce suggerimenti o consigli su una decisione o una linea di condotta.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθοδήγηση

    noun

    L’Agenzia dovrebbe inoltre fornire consulenza, orientamenti e migliori pratiche sulla sicurezza delle infrastrutture critiche.

    Ο Οργανισμός θα προσφέρει επίσης συμβουλές, καθοδήγηση και βέλτιστες πρακτικές σχετικά με την ασφάλεια των υποδομών ζωτικής σημασίας.

  • προσανατολισμός

    noun masculine

    In questo contesto è di fondamentale importanza garantire un adeguato orientamento e tutoraggio.

    Ο κατάλληλος επαγγελματικός προσανατολισμός και η καθοδήγηση είναι ζωτικής σημασίας.

  • τάση

    noun feminine

    A mio avviso, gli orientamenti giurisprudenziali summenzionati si muovono nella medesima direzione.

    Την ίδια κατεύθυνση υποδεικνύει, κατά την άποψή μου, η προεκτεθείσα νομολογιακή τάση.

  • Αγωνιστικός προσανατολισμός

    sport dove si va da un punto al successivo utilizzando mappa e bussola

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " orientamento " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "orientamento" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "orientamento" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη