Μετάφραση του "originale" σε Ελληνικά

Οι αρχικός, πρωτότυπος, αρχικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "originale" σε Ελληνικά.

originale adjective noun masculine γραμματική

Che non si rifà a nessun modello già esistente.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχικός

    adjective masculine

    L’originatore deve conservare un certificato in condizioni che permettano di verificare i dati originali.

    Ο αρχικός εκδότης τηρεί το πιστοποιητικό σε μορφή που επιτρέπει τον έλεγχο των αρχικών δεδομένων.

  • πρωτότυπος

    adjective masculine

    I documenti possono essere trasmessi in originale o in copia.

    Μπορούν να διαβιβάζονται πρωτότυπα ή αντίγραφα των εγγράφων.

  • αρχικό

    adjective

    L'orientamento del sistema di stoccaggio del carburante sulla piattaforma deve essere simile all'orientamento originale sul veicolo.

    Ο προσανατολισμός του συστήματος αποθήκευσης καυσίμου στη βάση πρέπει να είναι όμοιος με τον αρχικό προσανατολισμό στο όχημα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αρχική
    • πρωτότυπο
    • γνήσιος
    • αρχέγονος
    • προσωπικότητα
    • εκκεντρικός άνθρωπος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " originale " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "originale" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "originale" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη