Μετάφραση του "orizzontale" σε Ελληνικά

Οι οριζόντιος, επίπεδο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "orizzontale" σε Ελληνικά.

orizzontale adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οριζόντιος

    adverb masculine

    Il loro carattere orizzontale li rende possibili sull'insieme del territorio dell'Unione.

    Ο οριζόντιος χαρακτήρας των δράσεων αυτών τις καθιστά εφικτές σε όλη την επικράτεια της ΕΕ.

  • επίπεδο

    adjective neuter

    Contemporaneamente deve muoversi liberamente in verticale di 20o sopra e sotto la linea orizzontale.

    Παράλληλα πρέπει να υπάρχει μια γωνία 20o ελεύθερης κατακόρυφης κίνησης επάνω και κάτω από το οριζόντιο επίπεδο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " orizzontale " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "orizzontale" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "orizzontale" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη