Μετάφραση του "oro" σε Ελληνικά

Οι χρυσός, χρυσάφι, μάλαμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oro" σε Ελληνικά.

oro adjective noun masculine γραμματική

Il premio per il vincitore di una gara. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρυσός

    adjective noun masculine

    elemento chimico con numero atomico 79 [..]

    Non è tutto oro quello che luccica.

    Ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός.

  • χρυσάφι

    noun neuter

    Se accetti di aiutarlo, lui ti pagherà il tuo peso in oro.

    Αν συμφωνήσετε να τον βοηθήσετε θα πληρώσει το βάρος σου σε χρυσάφι.

  • μάλαμα

    noun neuter

    Ha un cuore di oro puro.

    Είναι " παιδί μάλαμα ".

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χρυσό
    • χρυσαφί
    • χρυσαφένιο
    • Χρυσό
    • χρυσαφένιος
    • χρυσαφής
    • διαμάντι
    • χρυσό μετάλλιο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " oro " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "oro"

Φράσεις παρόμοιες με "oro" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "oro" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη