Μετάφραση του "orrore" σε Ελληνικά

Οι φρίκη, αηδία, άπωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "orrore" σε Ελληνικά.

orrore noun masculine γραμματική

Odio estremo; sentimento di avversione assoluta.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φρίκη

    noun

    Abbiamo appreso con orrore della violenza sessuale e psicologica sui minori.

    Διαβάζουμε με φρίκη για περιπτώσεις σεξουαλικής και ψυχολογικής βίας εναντίον παιδιών.

  • αηδία

    noun feminine

    L'ha comprato al museo degli orrori di Liberace!

    Μια αηδία απ'τα ενθύμια του Λιμπεράτσε!

  • άπωση

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σιχαμάρα
    • μυθοπλασία τρόμου
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " orrore " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "orrore" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη