Μετάφραση του "ortica" σε Ελληνικά

Οι τσουκνίδα, κνίδη, αναλήφη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ortica" σε Ελληνικά.

ortica noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τσουκνίδα

    noun feminine

    C'era anche del materiale proveniente da una pianta di nome Urtica Dioica o ortica verde, insieme a tracce di paraffine e microcristalli di cera.

    Βρήκα, επίσης, φυτό που ονομάζεται Urtica dioica, ή πράσινη τσουκνίδα, όπως επίσης ίχνη από παραφίνη και μικροκρυσταλικό κερί.

  • κνίδη

  • αναλήφη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ortica " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Ortica
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Τσουκνίδα

Εικόνες με "ortica"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ortica" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη