Μετάφραση του "orzo" σε Ελληνικά

Οι κριθάρι, μανέστρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "orzo" σε Ελληνικά.

orzo noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κριθάρι

    noun neuter

    Potremmo prenderci una piccola casa in campagna, allevare galline, piantare orzo.

    Να πιάσουμε ένα σπίτι στην εξοχή, να έχουμε κότες και να φυτέψουμε κριθάρι.

  • μανέστρα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " orzo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "orzo"

Φράσεις παρόμοιες με "orzo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "orzo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη