Μετάφραση του "osmio" σε Ελληνικά
Το όσμιο είναι η μετάφραση του "osmio" σε Ελληνικά.
osmio
noun
masculine
γραμματική
-
όσμιο
noun neuterelemento chimico con numero atomico 76
Prezzi di vendita di rodio, rutenio, iridio ed osmio
Τιμές εμπόρων για το ρόδιο, ρουθήνιο, ιρίδιο και όσμιο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " osmio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "osmio"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη