Μετάφραση του "osteonecrosi" σε Ελληνικά

Το οστεονέκρωση είναι η μετάφραση του "osteonecrosi" σε Ελληνικά.

osteonecrosi noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οστεονέκρωση

    morte dell'osso causata dalla mancaza di afflusso di sangue

    L osteonecrosi della mandibola è stata riportata anche in pazienti con osteoporosi trattati con bifosfonati orali

    Η οστεονέκρωση της γνάθου έχει επίσης αναφερθεί σε ασθενείς με οστεοπόρωση που λάμβαναν από στόματος διφωσφονικά

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " osteonecrosi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "osteonecrosi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη