Μετάφραση του "ottenere" σε Ελληνικά

Οι κατορθώνω, αποκτώ, κερδίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ottenere" σε Ελληνικά.

ottenere verb γραμματική

Ricavare, ottenere o entrare in possesso di qualcosa. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατορθώνω

    verb

    Riuscire a ottenere o accedere a qualcosa (per es. un obiettivo, un traguardo).

    Non sono ancora stato in grado di ottenere alcuna informazione adeguata circa l'attuale area operativa di tale forza.

    Δεν έχω ακόμη κατορθώσει να λάβω οιεσδήποτε πληροφορίες σχετικά με την πραγματική περιοχή επιχειρήσεων της δύναμης αυτής.

  • αποκτώ

    verb

    E'una narcisista paranoica che manipola la legge per ottenere potere e vendicarsi.

    Είναι μια παρανοϊκή ναρκισσίστρια που χρησιμοποιεί τον νόμο για να αποκτήσει δύναμη και να πετύχει σκορ.

  • κερδίζω

    verb

    Ti usa come pedina per ottenere il controllo sul mio regno.

    Σε χρησιμοποιεί ως πιόνι του προκειμένου να κερδίσει τον έλεγχο του Βασιλείου μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επιτυγχάνω
    • εξασφαλίζω
    • παίρνω
    • πετυχαίνω
    • αγοράξω
    • αποκομίζω
    • βρίσκω
    • σκοράρω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ottenere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "ottenere"

Φράσεις παρόμοιες με "ottenere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ottenere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη