Μετάφραση του "padrone" σε Ελληνικά
Οι αφέντης, αφεντικό, κύριος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "padrone" σε Ελληνικά.
padrone
noun
masculine
γραμματική
Qualcuno che ha controllo su qualcosa o qualcun'altro; il possessore di un animale o schiavo.
-
αφέντης
noun masculineSa, il mio padrone e io siamo partiti senza bagagli.
Βλέπετε, ο αφέντης μου κι εγώ φύγαμε χωρίς ρούχα.
-
αφεντικό
noun neuterSono venuta in città per il mercato, con il padrone.
Ήρθα με το αφεντικό στην πόλη για να πάμε στο παζάρι.
-
κύριος
noun masculineVoleva sapere se la padrona era in casa.
Hθελε να μάθει αν η κυρία είναι σπίτι.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ιδιοκτήτης
- άρχοντας
- εργοδότης
- δάσκαλος
- αριστοτέχνης
- μάστορας
- νονός
- ηγεμόνας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " padrone " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "padrone" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ερωμένη · ιδιοκτήτης · ιδιοκτήτρια · κυρία · κύριος
-
νοικοκυρά · οικοδέσποινα
-
ιδιοκτήτης · σπιτονοικοκύρης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη