Μετάφραση του "pagare" σε Ελληνικά

Οι πληρώνω, καταβάλλω, πληρωμή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pagare" σε Ελληνικά.

pagare verb γραμματική

Dare denaro in cambio di beni o servizi. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πληρώνω

    verb

    Non ho ancora pagato Tom.

    Ακόμη δεν έχω πληρώσει τον Τομ.

  • καταβάλλω

    verb

    Ciò comporta che non viene pagata alcuna remunerazione ai lavoratori né vengono versati contributi in loro favore.

    Τούτο σημαίνει ότι δεν καταβάλλονται αποδοχές ούτε εισφορές για λογαριασμό του εργαζομένου.

  • πληρωμή

    noun

    Ana, la aiuteranno e le spiegheranno i suoi diritti e come pagare le fatture.

    Θέλουν να σου πουν τα δικαιώματα σου και να βοηθήσουν με την πληρωμή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καλώ
    • εξοφλώ
    • αποπληρώνω
    • προσκαλώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pagare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "pagare"

Φράσεις παρόμοιες με "pagare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ημέρα πληρωμής
  • αγνωστικιστής · ειδωλολάτρης · παγανιστής · πολυθεϊστής
  • αποδίδω · μεροκάματο · μισθός · πληρωμή · πληρώνω
  • συμβόλαιο
  • αν δεν πληρώσεις ένα χρέος
  • συμβόλαιο
  • αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει»
  • μισθοδοτική κατάσταση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pagare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη