Μετάφραση του "paleografia" σε Ελληνικά

Οι παλαιογραφία, Παλαιογραφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "paleografia" σε Ελληνικά.

paleografia noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παλαιογραφία

    noun feminine

    Divenne così una figura di spicco della paleografia greca.

    Χάρη στο επίτευγμά του, κέρδισε τη φήμη του πρωτοπόρου στην ελληνική παλαιογραφία.

  • Παλαιογραφία

    disciplina che studia la storia della scrittura

    Divenne così una figura di spicco della paleografia greca.

    Χάρη στο επίτευγμά του, κέρδισε τη φήμη του πρωτοπόρου στην ελληνική παλαιογραφία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " paleografia " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "paleografia" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη