Μετάφραση του "palla" σε Ελληνικά

Οι μπάλα, σφαίρα, βόλι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "palla" σε Ελληνικά.

palla noun feminine γραμματική

Oggetto generalmente sferico, utilizzato in alcuni sport.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπάλα

    noun feminine

    Oggetto generalmente sferico, utilizzato in alcuni sport.

    Tom ha afferrato la palla.

    Ο Τομ έπιασε την μπάλα.

  • σφαίρα

    noun feminine

    E'per questo che siamo stati piazzati su questa vecchia palla che gira.

    Για αυτό το λόγο είμαστε όλοι στη μεγάλη γριά σφαίρα.

  • βόλι

    noun

    Mi sono beccato una palla di moschetto alla festa alla Bowery l'altra sera.

    Με βρήκε ένα βόλι σε ένα πάρτι που είχα πάει στο Μπάουερι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μπάλα ποδοφαίρου
    • Μπάλα
    • μπαλόνι
    • όρχις
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " palla " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "palla"

Φράσεις παρόμοιες με "palla" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "palla" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη