Μετάφραση του "panico" σε Ελληνικά

Οι πανικός, πανικοβάλλομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "panico" σε Ελληνικά.

panico adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πανικός

    noun masculine

    sensazione di paura o terrore per lo più collettivo e improvviso, non soggiogato dalla riflessione, che nasce a fronte di un pericolo reale o presunto

    La notizia ha gettato nel panico la popolazione mondiale, con conseguente ondata di caos in tutto il pianeta.

    Tα νέα πυροδότησαν παγκόσμια ανησυχία και πανικό κι ένα πρωτόγνωρο κύμα χάους σ'όλον τον κόσμο.

  • πανικοβάλλομαι

    verb

    La cerco ovunque, ma quando non riesco a trovarla, vado nel panico.

    Και κοιτάζω παντού, για να τη βρω και όταν δεν τη βρίσκω, αρχίζω να πανικοβάλλομαι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " panico " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "panico" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "panico" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη