Μετάφραση του "papero" σε Ελληνικά
Οι πάπια, βουτώ, νήσσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "papero" σε Ελληνικά.
papero
noun
masculine
γραμματική
Oca di sesso maschile.
-
πάπια
noun feminineTu starai in cella, buono come un papero finto!
Εσύ θα κάνεις την πάπια και θα μπεις φυλακή.
-
βουτώ
verb -
νήσσα
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " papero " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη