Μετάφραση του "parentela" σε Ελληνικά
Οι συγγένεια, ομοιότητα, οικογενειακή σχέση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "parentela" σε Ελληνικά.
parentela
noun
feminine
γραμματική
-
συγγένεια
noun femininevincolo tra le persone che discendono da uno stesso stipite
Mi sono preso la briga di indagare sulla nostra parentela.
Προσπαθώ να ερευνήσω, τους ισχυρισμούς σου για συγγένεια, μαζί μου.
-
ομοιότητα
noun -
οικογενειακή σχέση
nounha un legame di parentela stretto con qualsiasi persona che rappresenta un organismo proponente,
έχει στενή οικογενειακή σχέση με οποιοδήποτε πρόσωπο εκπροσωπεί υποψήφιο οργανισμό στην πρόταση,
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " parentela " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "parentela" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
οικογενειακή σχέση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη