Μετάφραση του "partecipante" σε Ελληνικά
Οι συμμετέχων, συμμέτοχος, διαγωνιζόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "partecipante" σε Ελληνικά.
partecipante
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
Che prende parte ad un'attività.
-
συμμετέχων
noun masculineLa maggior parte dei partecipanti vengono dall'Australia.
Οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες είναι από την Αυστραλία.
-
συμμέτοχος
m;fE la moglie una partecipante passiva che si occupa delle madri.
Η γυναίκα του είναι παθητική συμμέτοχος, φροντίζει τις μητέρες.
-
διαγωνιζόμενος
nounQuest'ultimo elemento della procedura presentava il rischio di non fornire ai partecipanti informazioni identiche.
Αυτό το τελευταίο στοιχείο της διαδικασίας εμπεριείχε τον κίνδυνο να μην λάβουν οι διαγωνιζόμενοι τις ίδιες πληροφορίες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " partecipante " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "partecipante" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προαιρετικός συμμετέχων
-
ηλικία του συμμετέχοντα
-
αναγνωριστικό/κωδικός συμμετέχοντα
-
συμμέτοχος · συμμετέχων
-
Συμμετοχή
-
φύλο του συμμετέχοντα
-
εκπαίδευση συμμετέχοντα
-
συμμετέχων σε σύσκεψη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη