Μετάφραση του "passaggio" σε Ελληνικά

Οι διάβαση, μετάβαση, δίοδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "passaggio" σε Ελληνικά.

passaggio noun masculine γραμματική

L'azione che consiste nel passare la palla o il disco a un giocatore della stessa squadra. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάβαση

    noun feminine

    Tutto quello che serve per il dispositivo per controllare il passaggio a livello.

    Έχει όσα χρειάζονταν για να παγιδεύσουν τη διάβαση του τρένου.

  • μετάβαση

    noun

    L'opinione pubblica era preoccupata dal possibile impatto sui prezzi del passaggio all'euro.

    Η κοινή γνώμη ανησυχούσε για τις πιθανές επιπτώσεις που θα έχει στις τιμές η μετάβαση στο ευρώ.

  • δίοδος

    noun feminine

    Le aperture e i passaggi sono tali da non alterare la funzione di tenuta stagna delle paratie.

    Τα ανοίγματα και οι δίοδοι δεν έχουν επιβλαβείς επιπτώσεις στην υδατοστεγή λειτουργία των διαφραγμάτων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μεταφορά
    • απόσπασμα
    • πέρασμα
    • εδάφιο
    • κενό
    • βαθμός
    • περιοχή διέλευσης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " passaggio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "passaggio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "passaggio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη