Μετάφραση του "passivo" σε Ελληνικά
Οι παθητικός, παθητική, παθητική φωνή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "passivo" σε Ελληνικά.
passivo
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
La sezione del bilancio nella quale vengono registrati gli impegni di un'azienda verso terzi.
-
παθητικός
adjectiveSi tratta di articoli intesi per uso sia individuale che collettivo, per lo più passivo.
Προορίζεται τόσο για ατομική όσο και για συλλογική χρήση, κυρίως παθητική.
-
παθητική
Si tratta di articoli intesi per uso sia individuale che collettivo, per lo più passivo.
Προορίζεται τόσο για ατομική όσο και για συλλογική χρήση, κυρίως παθητική.
-
παθητική φωνή
feminineche dice la stessa cosa ma al passivo.
που λέει το ίδιο πράγμα στην παθητική φωνή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " passivo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "passivo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παθητική φωνή
-
δανεισμένος χρόνος · δανεισμένος χρόνος χρήσης
-
παθητική αντίσταση
-
Παθητικό κάπνισμα
-
παθητική τελειοποίηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη