Μετάφραση του "patrimonio" σε Ελληνικά

Οι κληρονομιά, περιουσία, ιδιοκτησία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "patrimonio" σε Ελληνικά.

patrimonio noun masculine γραμματική

Insieme di valori appartenenti per tradizione o per eredità ad un gruppo di individui o a un individuo. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κληρονομιά

    noun feminine

    E' un'attività incivile, brutale e inumana, che distrugge il patrimonio culturale europeo.

    Είναι μια απολίτιστη, ωμά βίαιη και απάνθρωπη επιχείρηση, που καταλύει την ευρωπαϊκή πολιτιστική κληρονομιά.

  • περιουσία

    noun feminine

    Importanza e ubicazione dei principali stabilimenti dell'emittente e informazioni succinte sul patrimonio immobiliare.

    Τοποθεσία, σπουδαιότης των κύριων εγκαταστάσεων του εκδότου και σύντομες πληροφορίες περί της ακίνητης περιουσίας.

  • ιδιοκτησία

    noun feminine

    Ogni clone e il loro patrimonio genetico sono proprieta'del governo kaminoano.

    Όλοι οι κλώνοι αποτελούν ιδιοκτησία της κυβέρνησης του Καμίνο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγαθά
    • υπάρχοντα
    • μέσα
    • περιουσία - πλούτος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " patrimonio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "patrimonio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "patrimonio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη