Μετάφραση του "pegno" σε Ελληνικά

Οι εγγύηση, Ενέχυρο, ασφάλεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pegno" σε Ελληνικά.

pegno noun masculine γραμματική

Diritto in sede giudiziaria; trattenimento di proprietà per la soddisfazione di qualche debito o obbligazione.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγγύηση

    noun feminine

    Vuoi erba su credito, allora lasciami qualcosa in pegno.

    Αν θες χόρτο με πίστωση πρέπει να αφήσεις κάτι για εγγύηση.

  • Ενέχυρο

    Ho dato in pegno la mia medaglia d'argento per pagare le cure mediche del parto.

    Έβαλα ενέχυρο το ασημένιο μου μετάλλιο, για την κλινική που θα γεννούσα.

  • ασφάλεια

    noun feminine

    Il marchio d'impresa può, indipendentemente dall'impresa, essere dato in pegno o essere oggetto di un altro diritto reale.

    Το σήμα δύναται να δοθεί ως ασφάλεια ή να αποτελέσει αντικείμενο εμπραγμάτου δικαιώματος, ανεξάρτητα από την επιχείρηση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pegno " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pegno" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη