Μετάφραση του "penitenza" σε Ελληνικά
Οι μετάνοια, μεταμέλεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "penitenza" σε Ελληνικά.
penitenza
noun
feminine
γραμματική
-
μετάνοια
noun feminineConfessione, penitenza, la grande riconciliazione tra l'uomo e Dio.
Εξομολόγηση, μετάνοια, η μεγάλη συμφιλίωση μεταξύ ανθρώπου και Θεού.
-
μεταμέλεια
noun feminineSua Santita'che tipo di penitenza aveva in mente?
Τι είδους μεταμέλεια έχετε κατά νου, Αγιότατε;
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " penitenza " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη