Μετάφραση του "pentito" σε Ελληνικά
Οι μετανιώνω, λυπάμαι, μετανιωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pentito" σε Ελληνικά.
pentito
verb
masculine
γραμματική
Imputato di reati di terrorismo o appartenente alla criminalità organizzata disposto a collaborare con la giustizia per far luce su alcuni fatti in modo da ottenere attenuanti o riduzioni di pena.
-
μετανιώνω
verbNon mi pento di cio'che e'successo quella notte.
Δε μετανιώνω για ό, τι έγινε εκείνο το βράδυ.
-
λυπάμαι
verbOra mi pento davvero di averle pagate in anticipo.
Τώρα λυπάμαι πραγματικά που τις πλήρωσα εκ των προτέρων.
-
μετανιωμένος
masculineSenza dubbio si rifara'vivo tra un giorno o due con i postumi di una sbronza e pentito.
Σίγουρα θα εμφανιστεί σε μια δυο μέρες, μεθυσμένος και μετανιωμένος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μεταμελημένος
- πληροφοριοδότης
- μεταμεληθείς
- χαφιές
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pentito " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "pentito" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πεντάνιο · πεντάνιο
-
αμετανόητος
-
το μετάνιωσες;
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη