Μετάφραση του "perpetuo" σε Ελληνικά

Οι αιώνιος, διαρκής, αέναος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "perpetuo" σε Ελληνικά.

perpetuo adjective verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιώνιος

    adjective masculine
  • διαρκής

    adjective m;f

    Il matrimonio è un contratto, non un innamoramento perpetuo.

    Ο γάμος είναι ένα συμβόλαιο, όχι ένα διαρκές ραντεβού.

  • αέναος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " perpetuo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "perpetuo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "perpetuo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη