Μετάφραση του "pervertito" σε Ελληνικά
Οι διεστραμμένος, ανώμαλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pervertito" σε Ελληνικά.
pervertito
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
-
διεστραμμένος
masculineNon voglio che tu o quei pervertiti con cui esci lo vedano.
Δεν θέλω εσύ ή οι διεστραμμένοι που κάνεις παρέα να τον δουν.
-
ανώμαλος
adjective masculineCosì quel pervertito abusa sessualmente di una bambina.
Αυτός ο ανώμαλος, κακοποιεί σεξουαλικά αυτό το παιδί.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pervertito " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "pervertito" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαστρέφω · διαφθείρω · εξαχρειώνω
-
ανώμαλος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη