Μετάφραση του "phon" σε Ελληνικά
Οι πιστολάκι, σεσουάρ, Φον είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "phon" σε Ελληνικά.
phon
noun
masculine
γραμματική
-
πιστολάκι
nounE'una storia triste, a quanto pare non puoi asciugarli con il phon al massimo.
Προφανώς δεν μπορείς να τα στεγνώσεις με το πιστολάκι.
-
σεσουάρ
nounÈ un forno piccolo e devo fare le patate con un phon acceso a massima potenza.
Ο φούρνος είναι μικρός και ψήνω τις πατάτες με το σεσουάρ στο δυνατό.
-
Φον
livello di sensazione sonora
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " phon " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "phon"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη