Μετάφραση του "pianto" σε Ελληνικά

Οι κλάμα, κλαίω, κλάμμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pianto" σε Ελληνικά.

pianto verb noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλάμα

    noun neuter

    Gli occhi di Tom erano rossi per aver pianto.

    Τα μάτια του Τομ ήταν κόκκινα απ' το κλάμα.

  • κλαίω

    verb

    Tom ha iniziato a piangere.

    Ο Τομ άρχισε να κλαίει.

  • κλάμμα

    Olgan sentì il quasi impercettibile pianto di un bebè.

    Ο Όλγκαν άκουσε το αχνό κλάμμα ενός μωρού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κλάψιμο
    • Κλάμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pianto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pianto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pianto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη