Μετάφραση του "piccola" σε Ελληνικά

Οι μικρό, αδύναμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "piccola" σε Ελληνικά.

piccola adjective noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μικρό

    noun

    Mio fratello minore sta imparando a leggere in inglese.

    Ο μικρός μου αδερφός μου μαθαίνει να διαβάζει αγγλικά.

  • αδύναμος

    adjective

    A volte basta un piccolo rumore.

    Και ένας αδύναμος ήχος το προκαλεί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " piccola " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "piccola" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "piccola" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη