Μετάφραση του "piede" σε Ελληνικά

Οι πόδι, πατούσα, βάση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "piede" σε Ελληνικά.

piede noun masculine γραμματική

Unità di misura anglosassona, corrispondente a 12 Inch e a 1/3 Yard (esattamente: 30,48 cm.) [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πόδι

    noun neuter

    μονάδα μέτρησης μήκους [..]

    Tom è andato a casa a piedi.

    Ο Τομ πήγε σπίτι με τα πόδια.

  • πατούσα

    noun

    La parte del corpo umano situata alla fine della caviglia, che serve a mantenersi in piedi e a camminare.

    Ho sempre pensato che la verruca fosse un tipo di porro che viene sotto i piedi.

    Νόμιζα ότι η βερούκα είναι ένα είδος κρεατοελιάς που βγάζεις στην πατούσα.

  • βάση

    noun feminine

    Vogliono fare breccia tra le linee romane ai piedi del sentiero.

    Θέλουν να σπάσουν τον ρωμαϊκό κλοιό στη βάση του μονοπατιού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τέλος
    • ασπόνδυλο πόδι
    • μετρικός πους
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " piede " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "piede"

Φράσεις παρόμοιες με "piede" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "piede" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη