Μετάφραση του "pilota" σε Ελληνικά

Οι πιλότος, χειριστής, κυβερνήτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pilota" σε Ελληνικά.

pilota adjective noun verb masculine γραμματική

Persona che conduce un aeroplano.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιλότος

    noun masculine

    Persona che conduce un aeroplano.

    Il pilota chiude la porta.

    Ο πιλότος κλείνει την πόρτα.

  • χειριστής

    noun masculine

    Prima di essere assegnato alle funzioni di comandante, il pilota deve completare un volo di controllo.

    Πρέπει να ολοκληρώνεται πτήση ελέγχου πριν ο χειριστής μπορέσει να αναλάβει καθήκοντα κυβερνήτη.

  • κυβερνήτης

    noun masculine

    Il pilota responsabile di un aeromobile nell’esercizio delle proprie funzioni assume le decisioni finali riguardo all’impiego dell’aeromobile.

    Ο κυβερνήτης αεροσκάφους έχει κατά τη διακυβέρνησή του την τελική αρμοδιότητα όσον αφορά τη διάθεση του αεροσκάφους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • οδηγώ
    • Οδηγός μηχανοκίνητου αθλητισμού
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pilota " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Pilota
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πλοηγός (επάγγελμα)

    ναυτικό επάγγελμα

Εικόνες με "pilota"

Φράσεις παρόμοιες με "pilota" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pilota" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη