Μετάφραση του "pischello" σε Ελληνικά

Οι άπειρος, αρχάριος, νεοφερμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pischello" σε Ελληνικά.

pischello noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άπειρος

    noun
  • αρχάριος

    noun
  • νεοφερμένος

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pischello " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pischello" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη