Μετάφραση του "plastica" σε Ελληνικά
Οι πλαστικό, πλαστικές τέχνες, πλαστική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "plastica" σε Ελληνικά.
Materiale polimerico (usualmente organico) di grande peso molecolare che può essere ottenuto in [corrente??[di vapore?]]; solitamente si riferisce al prodotto finale inclusi fillers, plastificanti, pigmenti e stabilizzatori (al contrario della resina, il materiale polimerico omogeneo di partenza); esempi di plastica sono il PVC, il polietilene e urea-formaldeide.
-
πλαστικό
noun neuterLe ho riempito il suo bicchiere di plastica con birra sgasata, e questo e'tutto.
Της έβαλα μπύρα στο πλαστικό ποτήρι και αυτό ήταν.
-
πλαστικές τέχνες
nounAnche le arti plastiche, il cinema o gli spettacoli dal vivo dovranno raccogliere una sfida economica di questo tipo, sebbene su scala ridotta.
Παρόμοια οικονομική πρόκληση, αν και σε μικρότερη κλίμακα, παρατηρείται στις πλαστικές τέχνες, τον κινηματογράφο και τα ζωντανά θεάματα.
-
πλαστική
nounOrbene, le unghie finte sono fabbricate in materia plastica.
Τα ψεύτικα νύχια κατασκευάζονται, όμως, από πλαστική ύλη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " plastica " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "plastica" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πλαστικά απορρίμματα
-
βιομηχανία συνθετικών υλικών
-
πλαστικές τέχνες
-
καλλιέργεια υπό κάλυψη
-
Πλαστική χειρουργική · κοσμητική χειρουργική · πλαστική χειρουργική
-
πλαστικές ύλες
-
πλαστικός
-
ανακυκλώσιμο πλαστικό