Μετάφραση του "podere" σε Ελληνικά

Οι αγρόκτημα, φάρμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "podere" σε Ελληνικά.

podere noun masculine γραμματική

Fondo rurale costituito da terreni che possono essere coltivati e sui quali si erige una casa colonica.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγρόκτημα

    noun neuter

    Se perdo il podere, non ci sara'futuro per nessuno di noi.

    Αν χάσω το αγρόκτημα, μπορεί να μη υπάρχει μέλλον για κανέναν από εμάς εδώ.

  • φάρμα

    noun

    Sono stato in un podere a giocare con pecore e cavalli.

    Πήγαινα σε μια φάρμα κι έπαιζα με τα πρόβατα και τα άλογα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " podere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "podere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "podere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη